Εκκλησίες & Μοναστήρια του Μυστρά

Σημεία Ενδιαφέροντος / Εκκλησίες & Μοναστήρια

Περιγραφή

Ο Μυστράς αποτέλεσε το απόκρημνο οχυρό που πρόσφερε ο Ταΰγετος στους τελευταίους υπερασπιστές μιας χιλιόχρονης Αυτοκρατορίας. Από την κορυφή του αντανακλούσε για δύο αιώνες η λάμψη της κλασσικής Ελλάδας, με ελεύθερους φιλοσόφους όπως ο Γεώργιος Γεμιστός ή Πλήθων και μοιραίους Αυτοκράτορες όπως ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος. Επτά λαμπρά δείγματα εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής και βυζαντινής τέχνης σώζονται σήμερα στην ακρόπολη προσβάσιμα στους επισκέπτες.

Άγιος Δημήτριος (Μητρόπολη)

Πλησίον της εισόδου του αρχαιολογικού χώρου βρίσκεται ο Άγιος Δημήτριος, η μητρόπολη του Μυστρά.  Κτισμένος μάλλον στα 1291- 1292, αρχικά είχε την όψη τρίκλιτης βασιλικής, ενώ στη συνέχεια έγινε προσπάθεια να μετατραπεί σε σταυροειδή εγγεγραμμένο με πέντε τρούλους. Αυτή η μετατροπή έχει την εξήγησή της : Οι βασιλικές θυμίζουν τους πρώτους αιώνες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και συνδέονται άμεσα με κτίρια της κλασσικής Ελλάδας, ενώ οι σταυροειδείς ναοί με τρούλους συνδέονται περισσότερο με την εικόνα και την ατμόσφαιρά της Βασιλεύουσας.

Video

Ο ναός διακοσμείται από τοιχογραφίες που ακολουθούν τις επιταγές του Ιωάννη Δαμασκηνού: στο κεντρικό κλίτος εικονίζεται ο κύκλος των  Εορτών, των Παθών και της Ανάστασης, στα πλάγια κλίτη τα θαύματα του Ιησού και στο νάρθηκα αποτυπώνονται σκηνές από τη Δευτέρα Παρουσία.

Οι αγιογραφίες του ναού είναι έργο τριών διαφορετικών  και μάλλον σύγχρονων μεταξύ τους Σχολών αγιογράφων. Αυτές επιδόθηκαν σε μια καλλιτεχνική άμιλλα ώστε να αφήσουν το δικό τους ίχνος στην ιστορία και στον ‘καμβά’ του ναού. Ο παρατηρητικός επισκέπτης θα διακρίνει αρκετές διαφορές στα χρώματα και στους όγκους των μορφών των αγίων καθώς κινείται ανάμεσα στις κιονοστοιχίες με τα θεοδοσιανά κιονόκρανα. Όταν σταθεί κάτω από τον κεντρικό τρούλο και αφού θαυμάσει τη διακόσμηση του,  κοιτάζοντας χαμηλά θα αντικρύσει τον δικέφαλο αετό. Μαρμάρινος, ανάγλυφος στο δάπεδο του ναού, το οικόσημο των Παλαιολόγων. Σύμφωνα με την  παράδοση πάνω σε αυτόν γονάτισε ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος κατά τη στέψη του ως ο τελευταίος ‘βασιλεύς Ρωμαίων’, ως ο ‘εκλεκτός του Θεού’ το έτος 1449.

Ευαγγελίστρια

Κοντά  στη μητρόπολη, σε υψηλότερη θέση και κινούμενοι προς τα Βορειοδυτικά, συναντάμε την Ευαγγελίστρια, έναν ναό περιορισμένων διαστάσεων αλλά με ιδανικές αναλογίες. Ιδρύθηκε ανάμεσα στα έτη 1390-1410 σε δίστηλο σταυρικό ρυθμό και η μορφή του είναι σαφώς επηρεασμένη από τον γειτονικό και μεγαλύτερο ναό της Οδηγήτριας ( το Αφεντικό). Από αυτόν έχει υιοθετήσει την ύπαρξη νάρθηκα με όροφο-γυναικωνίτη, γεγονός που σε συνδυασμό με τον ρυθμό του ναού, απαντάται παγκοσμίως μόνο εδώ, δείγμα μοναδικό της βυζαντινής ναοδομίας.

Ο επισκέπτης αξίζει να σταθεί στην πλούσια γλυπτική διακόσμηση του ναού και στη φυτική διακόσμηση των κιονόκρανων: Ανθέμια, κρινάνθεμα, κουκουνάρες, κλαδιά κ.α. δίνουν έναν ευχάριστο τόνο στο εσωτερικό της εκκλησίας. Από τις τοιχογραφίες του ναού σώζονται δυστυχώς λίγα δείγματα : άγγελοι στον θόλο, ο αμνός του Θεού στο Ιερό Βήμα, ο Βίος της Θεοτόκου στο Διακονικό και άλλοι μικροί θησαυροί της τέχνης διάσπαρτοι στο ναό, όμως τόσο αποσπασματικά σωζόμενοι που δεν μας επιτρέπουν να ακολουθήσουμε τη σκέψη του καλλιτέχνη, ούτε να φανταστούμε πως θα ήταν συνολικά ο ναός διακοσμημένος. Αποτελούν μόνο ευχάριστα διαλείμματα στο βλέμμα του επισκέπτη, δείγματα της Παλαιολόγιας τεχνοτροπίας κατά τον 15ο αιώνα.

Μοναστήρια

Υπήρξε μια εποχή που δεκάδες αν όχι εκατοντάδες μοναστήρια ιδρύονταν μέσα στις βυζαντινές πόλεις. Οι μονές, πέρα από κέντρα ασκητισμού και προσευχής, σταδιακά εξελίσσονταν σε κέντρα αντιγραφής και κατ’ επέκταση μελέτης έργων αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων και χωρίς να χάνουν τον θεολογικό προσανατολισμό τους, επιτρέπουν εντούτοις σε αχτίδες ορθολογισμού και κοσμικής σκέψης να διαπεράσουν το βαρύ ως τότε πέπλο του ορθόδοξου μυστικισμού.

Ο Μυστράς, όπως η Κωνσταντινούπολη και η Θεσσαλονίκη διατηρούσε μονές εντός των τειχών του. Η ζωή στο μοναστήρι περιστρεφόταν, όπως ήταν φυσικό, γύρω από την εκκλησία, το καθολικό της μονής, η οποία ήταν τοποθετημένη στο κέντρο του συγκροτήματος. Γύρω από αυτήν αναπτυσσόταν ή ζωή των καλόγερων, είτε όταν εργάζονταν (ελαιοτριβεία, άλεσμα σε μυλόπετρες κ.α.) είτε όταν αναπαύονταν (κελιά, τράπεζα, λουτρά, κ.α.).

Βροντόχι

Κατά την περίοδο ακμής του Μυστρά το Βροντόχι υπήρξε κέντρο έντονης πνευματικής κίνησης. Εδώ διδάσκει η μεγαλύτερη πνευματική μορφή της υστεροβυζαντινής περιόδου, ο νεοπλατωνικός φιλόσοφος Γεώργιος Γεμιστός ή Πλήθων, σε έναν κύκλο επιφανών μαθητών όπως τον μετέπειτα καρδινάλιο της Ρωμαϊκής Εκκλησίας Βησσαρίωνα και τον τελευταίο ιστορικό του Βυζαντίου, Λαόνικο Χαλκοκονδύλη. Ο Πλήθων ίδρυσε εδώ στον Μυστρά μια μυστική αδελφότητα, στην οποία δίδασκε μια θεωρία πλατωνικής εμπνεύσεως εκθειάζοντας την ανόρθωση ενός εξαγνισμένου παγανισμού.

Οι αυτοκράτορες και οι ευγενείς συναγωνίζονταν στις προσφορές τους προς τη Μονή, με αποτέλεσμα αυτή να συσσωρεύσει πλούτη και ισχύ, αλλά και μια από τις σπουδαιότερες βιβλιοθήκες της Αυτοκρατορίας.

Μέσα στο μοναστηριακό συγκρότημα του Βροντοχίου υπάρχουν οι δύο επιβλητικότερες εκκλησιές του Μυστρά:

Άγιοι Θεόδωροι

Ο ναός ιδρύθηκε περί τα 1290, από τον ηγούμενο Παχώμιο και κοσμείται από τον χαρακτηριστικό και  πολύ γνωστό οκτάγωνο τρούλο. Ο τρούλος στο παρελθόν είχε καταρρεύσει και οι Άγιοι Θεόδωροι είχαν ερημωθεί, πριν αναστηλωθούν εκ νέου κατά τον 20 αιώνα. Λόγω της εγκατάλειψης, οι τοιχογραφίες που σώθηκαν είναι λίγες, αλλά ακόμα και έτσι ξεχωρίζουν για την τεχνική τους. Οι δύο στρατιωτικοί άγιοι που αποτυπώνονται, πρέπει να ανήκαν σε ένα ολόκληρο ‘τάγμα’ ενόπλων αγίων που κοσμούσαν τους τοίχους της εκκλησίας χαμηλά στο ύψος του πιστού, προετοιμάζοντάς τον για τα επακόλουθα εκείνης της ταραγμένης εποχής.

Πάνω από τους πεσσούς του ιερού, ένας άγγελος σε δυναμική κίνηση προσφέρει τον κρίνο σε μια σκηνή του Ευαγγελισμού, ενώ στο παρεκκλήσι όπου και βρίσκεται ο τάφος του Αυτοκράτορα Μανουήλ Παλαιολόγου, παριστάνεται ο ίδιος να γονατίζει ενώπιον της βρεφοκρατούσας Παναγίας.

Παναγία Οδηγήτρια, (ή ‘Αφεντικό’)

Είναι η δεύτερη εκκλησία στο Βροντόχι ιδρυμένη το 1310 από τον Πρωτοσύγκελο Παχώμιο. Σε αυτήν φανερώνεται πολύ καθαρά η επιθυμία του ιδρυτή να μιμηθεί τα πρότυπα των μεγάλων ναών της Κωνσταντινούπολης. Η Βασιλεύουσα, αν και περνούσε κρίσιμες ώρες, πνέοντας πολιτικά τα λοίσθια, εντούτοις διατηρούσε μια αξεπέραστη αίγλη στον τομέα της Τέχνης και των ανθρωπιστικών αναζητήσεων.

Η Οδηγήτρια ήταν η πρώτη εκκλησία στο Μυστρά όπου εφαρμόστηκε ο σύνθετος αρχιτεκτονικός ρυθμός: Τρίκλιτη βασιλική στη κάτοψη και σταυροειδής με πέντε τρούλους και ένα στο νάρθηκα. Θα μπορούσαμε να πούμε πολλά για την αρχιτεκτονική του ναού, αν αυτήν δεν την επισκίαζε η ζωγραφική του.

Για τις μοναδικές τοιχογραφίες που κοσμούν τον ναό, κλήθηκαν καλλιτέχνες από την Κωνσταντινούπολη, να μεταδώσουν την εξώκοσμη αύρα στις μορφές που απεικονίζονται. Ο επισκέπτης φτάνει να σταθεί μπροστά στους εικονιζόμενους μάρτυρες, στον δυτικό τοίχο του βόρειου παρεκκλησίου για να νιώσει την Βυζαντινή μεγαλοπρέπεια: αιωρούμενες μορφές με βλέμματα βαθειάς πνευματικότητας, κλασικές αναλογίες και ανάλαφρες κινήσεις, ζωγραφική επιδεξιότητα με απόλυτη αντίληψη των χρωμάτων και έλεγχο των αποχρώσεων σε ένα σχεδόν ιμπρεσιονιστικό τελείωμα. Τέχνη, που ο εξ ανατολών δυνάστης δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί και κατ’ επέκταση να εκτιμήσει. Όλος ο ναός είναι ένας πελώριος καμβάς χρωματικών αντιθέσεων και μελωδιών. Δεν νοείται άνθρωπος που να υποστηρίζει πως αγαπάει την ζωγραφική τέχνη και να μην έχει περάσει από αυτόν τον ναό…

Στο παρεκκλήσι της Βορειοδυτικής γωνιάς της εκκλησίας είναι θαμμένος ο Θεόδωρος Β’ Παλαιολόγος, γεγονός που πιθανότατα οδήγησε στο προσωνύμιο ‘Αφεντικό’, ενώ το παρεκκλήσι της Νοτιοδυτικής γωνιάς, φέρει στου τοίχους του ζωγραφισμένα τα χρυσόβουλα των αυτοκρατόρων με τα προνόμια που είχαν δοθεί στο Βροντόχι.

Περίβλεπτος

Η απόμερη εκκλησία της Περιβλέπτου, ιδρυμένη κατά τον 14ο αιώνα, ακουμπάει στον φυσικό βράχο του Μυστρά, ο οποίος ευθύνεται εν πολλοίς για την αρχιτεκτονικά ακανόνιστη διάταξη της. Ακόμα και έτσι όμως, η εξωτερική όψη του ναού διακρίνεται για τις κομψές της αναλογίες και την επιμελημένη τοιχοδομία.

Ο ναός φέρει σε αρκετά σημεία του οικόσημα – εραλδικά σύμβολα : Λέοντες και κρινάνθεμα, σύμβολα αμφότερα των δυναστειών των Καντακουζηνών και των ντε Λουζινιάν. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει πως σύζυγος του πρώτου δεσπότη του Μυστρά, Μανουήλ Καντακουζηνού υπήρξε η Ισαβέλλα ντε Λουζινιάν.

Εδώ ο επισκέπτης θα θαυμάσει ορισμένες απο τις πιο όμορφες τοιχογραφίες της Βυζαντινής Τέχνης. Που να πρωτοσταθεί το βλέμμα; Στην κόγχη του Ιερού, όπου αποτυπώνεται η Θεία Λειτουργία, με τον Χριστό να ιερουργεί ανάμεσα σε κατάλευκους αγγέλους, φέροντες τα θεία δώρα των ουρανών; Στην καμάρα του Ιερού, με τον Χριστό να αιωρείται ανάμεσα σε τέσσερεις αγγέλους, ενώ η Παναγία και οι Απόστολοι θαυμάζουν με δέος; Στην σκηνή της Γέννεσης; Της Βάπτισης; Ευτυχισμένος όποιος αξιώθηκε να θαυμάσει από κοντά αυτά τα μοναδικά έργα τέχνης..

Αγία Σοφία

Στη συνοικία των παλατιών, στην Πάνω Χώρα του Μυστρά, συναντάμε την Αγία Σοφία, ιδρυμένη στα 1365 ως καθολικό μεγάλης μονής, που πολλοί ταυτίζουν με την αυτή του Ζωοδότη Χριστού. Πάνω στα επίκρανα των κιόνων μπορούμε να διακρίνουμε το μονόγραμμα του κτήτορά της, Μανουήλ Καντακουζηνού : Μανουήλ Κατακουζηνός Παλαιολόγος Δεσπότης Κτήτωρ. Αρχιτεκτονικά ανήκει στον δικιόνιο τύπο, μια παραλλαγή του σταυροειδούς με τρούλο ενώ ένα ψηλό τριώροφο καμπαναριό στέκει δίπλα της.

Αν και καθολικό μονής, ο ναός πρέπει να λειτουργούσε ως η εκκλησία του γειτνιάζοντος παλατιού, καθώς η Μητρόπολη βρίσκεται αρκετά πιο μακριά από το διοικητικό σύμπλεγμα.

Οι εκτεταμένες αναστηλωτικές εργασίες της προηγούμενης δεκαετίας, είχαν ως αποτέλεσμα ο ναός σήμερα να βρίσκεται σε πολύ ικανοποιητική κατάσταση αλλά και να ανακαλυφθούν άγνωστες πτυχές της ζωής της μονής, όπως η ύδρευσή της μέσω υπόγειων πήλινων σωλήνων.

Από τις τοιχογραφίες του ναού ξεχωρίζουν : η Γέννηση της Θεοτόκου και η προσφορά δώρων από μια πομπή γυναικών με ενδυμασίες της αριστοκρατίας του Μυστρά.

Παντάνασσα

Η μονή της Παντάνασσας, είναι η μοναδική εν λειτουργία μονή του Μυστρά σήμερα, με φιλόξενες καλόγριες να προσφέρουν στους επισκέπτες εκτός από τις ευλογίες τους, δροσερό νερό και πληροφορίες.

Το καθολικό της Μονής, η εκκλησία της Παντάνασσας, είναι το τελευταίο μεγάλο βυζαντινό εκκλησιαστικό έργο στον Μυστρά. Ιδρυμένη το 1428 από τον Ιωάννη Φραγκόπουλο, γόνο γνωστής οικογενείας της Κωνσταντινούπολης, εγκιβωτιώνει στην αρχιτεκτονική της όλους τους προβληματισμούς και τους πειραματισμούς της εποχής, με πολύ ενδιαφέρον τελικό αποτέλεσμα.

Το εσωτερικό όμως είναι αυτό που καθηλώνει τον επισκέπτη.

Το χρώμα βρίσκεται παντού : ψηλά στο υπερώο, στην αψίδα του ιερού, στους θόλους και τον τρούλο, στους χρωματιστούς κίονες ακόμα και στο δάπεδο που είναι φτιαγμένο από χρωματιστά μάρμαρα. Η απαρίθμηση των τοιχογραφιών είναι μάταιη. Στο σύνολό τους, εκτός από αυτές του 17ου αιώνα στο ισόγειο, εντάσσονται στη γενικότερη παλαιολόγεια παράδοση.

Οι ζωγράφοι της παντάνασσας έδωσαν ζωηρότητα στα πρόσωπα που απεικόνιζαν, τα έβαλαν να κινούνται με ορμή αλλά και χάρη, σχηματοποίησαν αδρά τα τοπία και τα αρχιτεκτονήματα, αλλά και έδωσαν ιδιαίτερη έμφαση σε λεπτομέρειες που συνόδευαν το κύριο θέμα της τοιχογραφίας. Στην Παντάνασσα ο επισκέπτης πρέπει να δώσει χρόνο στον εαυτό του για να αναζητήσει με το βλέμμα του τις ρομαντικές λεπτομέρειες των τοιχογραφιών που ζωντανεύουν την αφήγηση, όπως τον πράσινο Εβραίο που κρατάει την μύτη του στην απεικόνιση της Έγερσης του Λαζάρου, γιατί καθώς λέει το Ευαγγέλιο το σώμα του Λαζάρου, ‘ήδη όζει’, ή τα κομψά μικρά παιδιά που διατρέχουν τις παραστάσεις.

Δείτε: http://www.immspartis.gr/